Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων 2026
Η σύμβαση αυτή προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, η οποία ήταν επιφορτισμένη να βοηθήσει στη μετεγκατάσταση των 1,2 εκατομμυρίων Ευρωπαίων που είχαν μείνει άστεγοι εξαιτίας του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Στα 54 χρόνια της ύπαρξής της, η Ύπατη Αρμοστεία έχει βοηθήσει πάνω από 50 εκατομμύρια ανθρώπους και για τις προσπάθειές της αυτές έχει τιμηθεί δύο φορές με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Το διεθνές δίκαιο ορίζει ότι πρόσφυγες είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιστρέψουν στις χώρες τους, εξαιτίας βάσιμου φόβου δίωξης, με βάση τη φυλή, το θρήσκευμα, τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, την εθνικότητά τους ή τη συμμετοχή τους σε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Σήμερα, η Ύπατη Αρμοστεία είναι ένας από τους κυριότερους ανθρωπιστικούς οργανισμούς στον κόσμο. Τα περισσότερα από 5.000 στελέχη της, πολλά από τα οποία αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρούς κινδύνους κατά της προσωπικής τους ασφάλειας, βοηθούν πάνω από 20 εκατομμύρια ανθρώπους που συγκεντρώνουν την ιδιότητα του πρόσφυγα.
Ο αριθμός των ανθρώπων που διαφεύγουν από τον πόλεμο, τις διώξεις και τις συγκρούσεις έφτασε σχεδόν τα 80 εκατομμύρια το 2019. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό που έχει δει ποτέ η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.) στα 70 περίπου χρόνια λειτουργίας της.
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες υπολογίζει ότι ένας άνθρωπος στους εκατό έχει ξεριζωθεί από το σπίτι του, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του οργανισμού. To 2022 η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων είναι επικεντρωμένη στο δικαίωμα αναζήτησης ασφάλειας. Κάθε άνθρωπος σε αυτόν τον πλανήτη έχει το δικαίωμα να αναζητάει ασφάλεια – όποιος ή όποια κι αν είναι, από όπου κι αν προέρχεται και οποτεδήποτε αναγκάζεται να ξεριζωθεί.
Η Έκθεση «Παγκόσμιες Τάσεις» της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (2023)
Περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ παρέμειναν πέρυσι ξεριζωμένοι από τις εστίες τους, κυρίως εξαιτίας του πολέμου πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία, παράλληλα με άλλες συγκρούσεις και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, αυξάνοντας έτσι την επείγουσα ανάγκη για άμεση, συλλογική δράση προκειμένου να μετριαστούν οι αιτίες και οι επιπτώσεις του εκτοπισμού, υπογράμμισε σήμερα η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.
Στην εμβληματική ετήσια έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας, «Παγκόσμιες Τάσεις στον Αναγκαστικό Εκτοπισμό για το 2022» (“Global Trends in Forced Displacement 2022”), διαπιστώνεται ότι μέχρι το τέλος του 2022, ο αριθμός των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν λόγω πολέμου, διωγμών, βίας και παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανέρχεται σε 108,4 εκατομμύρια. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος κατά 19,1 εκατομμύρια σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα και αποτελεί τη μεγαλύτερη αύξηση που έχει σημειωθεί ποτέ από χρόνο σε χρόνο.
Η ανοδική πορεία του παγκόσμιου αναγκαστικού εκτοπισμού δεν έδειξε σημάδια επιβράδυνσης το 2023, καθώς το ξέσπασμα της σύρραξης στο Σουδάν προκάλεσε νέες εκροές, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των εκτοπισμένων παγκοσμίως σε περίπου 110 εκατομμύρια μέχρι τον Μάιο.
«Τα στοιχεία αυτά μας δείχνουν ότι κάποιοι άνθρωποι καταφεύγουν πολύ γρήγορα σε διαμάχες ενώ αργούν πολύ στο να βρουν λύσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κάθε ένας από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ξεριζώθηκαν βίαια από τα σπίτια τους να βιώνει καταστροφή, εκτοπισμό και οδύνη», δήλωσε ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες Filippo Grandi.
Από το παγκόσμιο σύνολο, 35,3 εκατομμύρια ήταν πρόσφυγες, δηλαδή άνθρωποι που διέσχισαν διεθνή σύνορα για να βρουν ασφάλεια, ενώ ένα μεγαλύτερο ποσοστό – 58 τοις εκατό, που αντιπροσωπεύει 62,5 εκατομμύρια ανθρώπους – εκτοπίστηκαν μέσα στις ίδιες τους τις χώρες λόγω συγκρούσεων και βίας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν ο κυριότερος παράγοντας εκτοπισμού το 2022. Ο αριθμός των προσφύγων από την Ουκρανία εκτοξεύθηκε από 27.300 στο τέλος του 2021 σε 5,7 εκατομμύρια στο τέλος του 2022 – αντιπροσωπεύοντας την ταχύτερα εξελισσόμενη προσφυγική κρίση στο κόσμο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των προσφύγων από το Αφγανιστάν – κυρίως όσων φιλοξενούνταν στο Ιράν, με πολλούς να έχουν φτάσει τα προηγούμενα χρόνια – αναθεωρήθηκαν αρκετά προς το πάνω στα τέλη του 2022. Ομοίως, βάσει νέων εκτιμήσεων, η έκθεση αντανακλά μεγαλύτερους αριθμούς Βενεζουελάνων σε Κολομβία και Περού, οι οποίοι αναφέρονται κυρίως ως «άλλοι άνθρωποι που χρήζουν διεθνούς προστασίας».
Τα στοιχεία επιβεβαίωσαν επίσης ότι εξακολουθούν οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος στον κόσμο – και όχι τα πλούσια κράτη – να είναι αυτές που φιλοξενούν τους περισσότερους εκτοπισμένους, υπολογίζοντας είτε τα οικονομικά μεγέθη είτε την αναλογία του πληθυσμού. Οι 46 λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1,3 τοις εκατό του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, ωστόσο φιλοξενούν πάνω από το 20 τοις εκατό του συνόλου των προσφύγων. Η χρηματοδότηση για τις πολυάριθμες καταστάσεις εκτοπισμού και για τη στήριξη των χωρών υποδοχής ήταν ελλιπής σε σχέση με τις ανάγκες την περασμένη χρονιά και παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και το 2023 ενώ οι απαιτήσεις αυξάνονται.
Έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες 2026
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Μπαρχάμ Σαλίχ, παρουσίασε στις 11 Ιουνίου την εμβληματική έκθεση της Ύπατης Αρμοστείας «Παγκόσμιες Τάσεις», η οποία δείχνει ότι ο παγκόσμιος αναγκαστικός εκτοπισμός μειώθηκε για πρώτη φορά εδώ και μία δεκαετία, παραμένοντας ωστόσο σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα.
Το 2025, 5,4 εκατ. άνθρωποι διέφυγαν από τη βία και τις διώξεις αναζητώντας ασφάλεια σε άλλες χώρες. Παράλληλα, οι επιστροφές αυξήθηκαν σημαντικά: 14,7 εκατ. εκτοπισμένοι επέστρεψαν στις περιοχές ή τις χώρες καταγωγής τους το 2025 (4,4 εκατ. πρόσφυγες και 10,3 εκατ. εσωτερικά εκτοπισμένοι), με ιδιαίτερα έντονη αύξηση σε Αφγανιστάν, Σουδάν και Συρία. Οι επιστροφές προσφύγων έφτασαν στο δεύτερο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 60 χρόνων, όταν και ξεκίνησαν να τηρούνται αρχεία, αν και πολλές επιστροφές πραγματοποιήθηκαν υπό πίεση και σε επισφαλείς συνθήκες στην πατρίδα.
Συνολικά, τα στοιχεία έδειξαν ότι ο παγκόσμιος αριθμός των προσφύγων μειώθηκε το 2025 κατά 3% σε 41,6 εκατ. Σε μια θετική εξέλιξη, σχεδόν 46.000 ανιθαγενείς απέκτησαν ιθαγένεια σε 24 χώρες πέρυσι.
Με το 70% των προσφύγων να παραμένουν ξεριζωμένοι επί χρόνια και πολλούς να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ο κ. Σαλίχ κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει μια νέα πρωτοβουλία που στοχεύει να βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους να εξέλθουν από τον μακροχρόνιο εκτοπισμό και την εξάρτηση από ανθρωπιστική βοήθεια.
«Για πάρα πολλούς πρόσφυγες, ο εκτοπισμός ξεκινά ως σανίδα σωτηρίας αλλά διαρκεί μια ζωή», δήλωσε ο κ. Σαλίχ. «Η ανθρωπιστική βοήθεια σώζει ζωές, αλλά δεν αποτελεί τον τελικό προορισμό και δεν επιτρέπει στους πρόσφυγες να γίνουν ενεργοί δρώντες που διαμορφώνουν το δικό τους μέλλον. Χρειαζόμαστε μια αλλαγή παραδείγματος που να μπορεί να δημιουργήσει μια νέα αίσθηση ελπίδας και ευκαιριών για όσους διαφεύγουν από τον πόλεμο και τις διώξεις».
Ο κ. Σαλίχ παρουσίασε έναν σαφή και μετρήσιμο στόχο: να μειωθεί περισσότερο από το μισό, μέσα στην επόμενη δεκαετία, ο αριθμός των προσφύγων σε μακροχρόνιο εκτοπισμό που εξαρτώνται από ανθρωπιστική βοήθεια, βελτιώνοντας έτσι τις προοπτικές για εκατομμύρια ανθρώπους. Ο στόχος, ο οποίος επικεντρώνεται σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος όπου φιλοξενείται η πλειονότητα των προσφύγων, θα επιτευχθεί μέσω περισσότερων ευκαιριών για επαναπατρισμό, μετεγκατάσταση και έκδοση θεωρήσεων εισόδου για ανθρωπιστικούς λόγους, μεταβαίνοντας παράλληλα από παραδοσιακές μορφές ανθρωπιστικής βοήθειας προς την αυτονόμηση.
Η πρωτοβουλία καλεί κυβερνήσεις, ανθρωπιστικούς και αναπτυξιακούς φορείς, τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία των πολιτών να ενισχύσουν τις προσπάθειες για την ενδυνάμωση των προσφύγων, διασφαλίζοντας παράλληλα την παροχή ασύλου και προστασίας, κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο καθώς το 2026 σηματοδοτεί την 75η επέτειο της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες.
Ο κ. Σαλίχ παρουσίασε τα βήματα που απαιτούνται για την επίτευξη αυτού του φιλόδοξου στόχου, ο οποίος αποσκοπεί στο να φτάσει το εισόδημα που αποκομίζουν οι ίδιοι οι πρόσφυγες (εξαιρουμένης της ανθρωπιστικής βοήθειας) τουλάχιστον στο εθνικό όριο φτώχειας της χώρας όπου διαμένουν.
Οι εθελούσιες επιστροφές πρέπει να αποτελούν την πρωταρχική λύση. Η επίλυση ορισμένων από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις παγκοσμίως θα επέτρεπε σε εκατομμύρια πρόσφυγες να επιστρέψουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στην πατρίδα τους.
Ένας ακόμη βασικός πυλώνας για την επίτευξη του στόχου είναι η ένταξη των προσφύγων στα εθνικά συστήματα: εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης, χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και αγοράς εργασίας, ώστε να μπορούν να παράγουν εισόδημα και να συμβάλλουν στις τοπικές και εθνικές οικονομίες. Αυτό απαιτεί σημαντικά αυξημένες επενδύσεις από ένα ευρύ φάσμα εταίρων, ώστε να στηριχθούν οι ήδη πιεσμένες χώρες υποδοχής.
Τέλος, ο κ. Σαλίχ τόνισε ότι χρειάζονται επειγόντως περισσότερες λύσεις για τους πρόσφυγες στο εξωτερικό, όπως η επανεγκατάσταση των πιο ευάλωτων περιπτώσεων, η επανένωση οικογενειών και η πρόσβαση σε άδειες εργασίας και σε υποτροφίες. Το χάσμα μεταξύ διαθέσιμων θέσεων και αναγκών είναι τεράστιο και συνεχώς διευρύνεται. Το 2025, σύμφωνα με την έκθεση, οι αφίξεις μέσω προγραμμάτων επανεγκατάστασης ή διόδων μέσω χορηγιών μειώθηκαν πάνω από το μισό σε σχέση με το προηγούμενο έτος, φτάνοντας τις 81.800.
«Το άσυλο και η προστασία σώζουν ζωές και δεν τίθενται υπό διαπραγμάτευση, αλλά δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ένα μέλλον όπου εκατομμύρια πρόσφυγες παραμένουν παγιδευμένοι για χρόνια ή δεκαετίες χωρίς ρεαλιστικές προοπτικές να ξαναχτίσουν τη ζωή τους», δήλωσε ο κ. Σαλίχ. «Τώρα έχουμε έναν φιλόδοξο, εφικτό και μετρήσιμο στόχο για την προώθηση της αυτονομίας και τη βελτίωση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Ύπατη Αρμοστεία θα κινητοποιήσει όλους τους τομείς της κοινωνίας για να αναποκριθεί σε αυτή την πρόκληση και να επιτρέψει σε εκατομμύρια ανθρώπους να βρουν διέξοδο από την εξαντλητική πραγματικότητα του παρατεταμένου εκτοπισμού».
Η έκθεση «Παγκόσμιες Τάσεις» έδειξε ότι περισσότεροι από το 70% των προσφύγων και άλλων ανθρώπων που χρειάζονται διεθνή προστασία προέρχονται από το Αφγανιστάν, το Νότιο Σουδάν, το Σουδάν, τη Συρία, την Ουκρανία και τη Βενεζουέλα.
Οι μεγαλύτερες χώρες υποδοχής προσφύγων και άλλων ανθρώπων που χρειάζονται διεθνή προστασία το 2025 ήταν: Κολομβία (2,8 εκατ.), Γερμανία (2,7 εκατ.), Τουρκία (2,4 εκατ.), Ουγκάντα (1,9 εκατ.), Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν (1,7 εκατ.), Τσαντ (1,5 εκατ.) και Πακιστάν (1,3 εκατ.).
Συνολικά, σύμφωνα με το Κέντρο Παρακολούθησης Εσωτερικού Εκτοπισμού, 68,6 εκατ. άνθρωποι εκτιμάται ότι ήταν εσωτερικά εκτοπισμένοι λόγω συγκρούσεων ή βίας στο τέλος του 2025, σημειώνοντας μείωση 7% σε σχέση με το τέλος του 2024. Το Σουδάν παρέμεινε η μεγαλύτερη κρίση παγκοσμίως, με 9,1 εκατ. εσωτερικά εκτοπισμένους εντός της χώρας.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2026, οδήγησε σε περίπου 1 εκατ. εσωτερικά εκτοπισμένους στον Λίβανο έως τα μέσα Μαΐου 2026 και 3,2 εκατ. προσωρινά εκτοπισμένους στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν έως τα τέλη Μαρτίου 2026.
Παγκοσμίως, εκτιμάται ότι 4,5 εκατομμύρια ανιθαγενείς καταγράφηκαν στο τέλος του 2025, 3% περισσότεροι από το προηγούμενο έτος.

