Πώς αποτυπώθηκαν το ανθρώπινο σώμα και τα σημάδια-κηλίδες επάνω στη Σινδόνη του Τορίνο;
Κάποιες προκαταρκτικές και σποραδικές μελέτες του αντικειμένου πραγματοποιήθηκαν το διάστημα 1969-1978, όπως είναι για παράδειγμα οι εργασίες του G. Raes στον οποίο είχε παραχωρηθεί δείγμα από τη Σινδόνη, καθώς επίσης και οι εργασίες του C.S. Smith ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι η ανθρώπινη εικόνα που φαίνεται στο ύφασμα της Σινδόνης μπορεί να προήλθε από μακροχρόνια επαφή του λινού υφάσματος με ένα ζωγραφικό έργο. Παρουσία υγρασίας είναι πιθανό ζωγραφικά στοιχεία από την εικόνα να μεταφέρθηκαν επάνω στο ύφασμα.

Το 1978 η Σινδόνη μελετήθηκε για πρώτη φορά συστηματικά από μία ομάδα ειδικών επιστημόνων και τεχνικών, προερχόμενοι κυρίως από ερευνητικά ιδρύματα των Η.Π.Α., η οποία έμεινε στην ιστορία γνωστή ως ομάδα STURP (Shroud of Turin Research Project). Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, στην οποία ανήκει η Σινδόνη, ανταποκρίθηκε στο καθολικό αίτημα να μελετηθεί το αντικείμενο υπό το πρίσμα της σύγχρονης επιστήμης, δίνοντας τη σχετική άδεια. Η επιστημονική κοινότητα ανέμενε τα αποτελέσματα της ομάδας STURP με μεγάλο ενδιαφέρον.
Τα αποτελέσματα της ομάδας STURP και των συνεργατών αυτής δημοσιεύθηκαν σε διάφορα άρθρα, ενώ τα βασικότερα συμπεράσματα συνοψίστηκαν περιεκτικά σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Analytica Chimica Acta.
Τα αποτελέσματα 1, 2 και 3 σχετίζονται με τον τρόπο δημιουργίας της εικόνας του ανθρώπινου σώματος που παρατηρείται στη Σινδόνη, ενώ το αποτέλεσμα 4 αναφέρεται στις κηλίδες που παραπέμπουν στα μαρτύρια βασανισμού (ακάνθινο στεφάνι, μαστίγωμα) και στα καρφιά της σταύρωσης. Συνεπώς, η ομάδα STURP δεν προσέφερε καμία πληροφορία σχετικά με τη χρονολόγηση του αντικειμένου. Οι προσπάθειές της επικεντρώθηκαν στο ένα από τα δύο σημαντικά ερωτήματα και συγκεκριμένα στο ερώτημα: πώς αποτυπώθηκαν επάνω στο ύφασμα η εικόνα του ανθρώπινου σώματος και τα σημάδια-κηλίδες που παραπέμπουν στο σταυρικό μαρτύριο του Ιησού;
Αποτέλεσμα 1: Η εικόνα του ανθρώπινου σώματος δεν είναι αποτέλεσμα ζωγραφικής.
Το αποτέλεσμα αυτό βασίζεται στις ακόλουθες παρατηρήσεις που έκανε η ομάδα STURP:
• Επάνω στο λινό ύφασμα δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις από πινελιές που θα υποδήλωναν την εφαρμογή ζωγραφικής.
• Η εικόνα του σώματος δημιουργείται από αποχρωματισμένες, ημιδιαφανείς, κιτρινισμένες ίνες του λινού υφάσματος που έχουν διάμετρο περίπου 10-15 μm. Αυτές ο ίνες που δημιουργούν την εντύπωση της απόχρωσης και σχηματίζουν την εικόνα του σώματος βρίσκονται μόνο στην επιφάνεια του υφάσματος. Επομένως, η εντύπωση του χρώματος προκύπτει μόνο από τις 2-3 πρώτες επιφανειακές ίνες των νημάτων, καθώς οι ενδότερες ίνες δεν φέρουν κάποιου είδους απόχρωση.
• Δεν ανιχνεύθηκαν ανόργανες χρωστικές σε σημαντικές ποσότητες που να στοιχειοθετούν ζωγραφικό έργο, ούτε ανιχνεύθηκαν λάκκες ή βαφές.
Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ανιχνεύθηκε σίδηρος και μάλιστα με τη μορφή άνυδρου οξειδίου, που παραπέμπει στην παρουσία κόκκινης ώχρας (Fe2O3) αλλά και πιθανόν με τη μορφή ένυδρων οξειδίων του σιδήρου, που παραπέμπουν στην παρουσία κίτρινης ώχρας. Όμως η ομάδα STURP απέρριψε την πιθανότητα το σώμα που διακρίνεται στο ύφασμα να είναι αποτέλεσμα της παρουσίας αυτών των χρωστικών για τους παρακάτω λόγους:
Η παρουσία ασβεστίου στη Σινδόνη πιστοποιήθηκε με διάφορες μεθόδους ενώ το στρόντιο ανιχνεύθηκε κυρίως με την τεχνική XRF. Τα δύο στοιχεία αποδόθηκαν σε προσμίξεις. Η υπόθεση αυτή είναι ιδιαίτερα ισχυρή για την περίπτωση του ασβεστίου, καθώς είναι ένα στοιχείο ιδιαίτερα διαδεδομένο στη φύση. Το δε στρόντιο ανιχνεύεται πολύ εύκολα με την τεχνική XRF, καθώς το στοιχείο αυτό αποκρίνεται εξαιρετικά στο φαινόμενο φθορισμού ακτίνων Χ. Φάσματα XRF καταγράφουν συχνά το στρόντιο. Για παράδειγμα, το στοιχείο ανιχνεύθηκε με μία πολύ έντονη φασματική γραμμή XRF κατά την ανάλυση της χρωστικής της αρχαίας πορφύρας της Θήρας, όπου η παρουσία του στροντίου δεν ήταν αναμενόμενη.
Ένα ακόμη αξιοσημείωτο εύρημα, που σχετίζεται με την παρουσία χρωστικών στη Σινδόνη, είναι αυτό που κατέγραψαν οι J.H. Heller και A.D. Adler οι οποίοι ανέφεραν την παρουσία του θειούχου υδραργύρου (HgS) σε μόλις ένα όμως δείγμα του λινού υφάσματος, από τα δεκάδες που μελέτησαν. Οι ερευνητές χαρακτήρισαν την ανίχνευση της κόκκινης χρωστικής τυχαία και την απέδωσαν σε πρόσμιξη που πιθανόν να προήλθε από καλλιτέχνες του Μεσαίωνα οι οποίοι δημιούργησαν ζωγραφικά αντίγραφα της Σινδόνης. Στο σύνολό της η εργασία των Heller και Adler συντάσσεται με τα γενικά συμπεράσματα της ομάδας STURP όπως αυτά αναφέρθηκαν προηγούμενα.
• Στην περιοχή της Σινδόνης που απεικονίζεται το ανθρώπινο σώμα, δεν ανιχνεύθηκε κάποια οργανική ύλη–συνδετικό μέσο που θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση που το ανθρώπινο σώμα ήταν προϊόν ζωγραφικής. Υπογραμμίζεται όμως ότι στις περιοχές με τις κηλίδες (αίματος) ανιχνεύθηκε πρωτεϊνικό υλικό. Η θέση της πλειοψηφίας της ομάδας STURP ήταν ότι αυτό το πρωτεϊνικό υλικό πρέπει να προέρχεται από το αίμα των κηλίδων (βλ. αποτέλεσμα 4) καθώς ανιχνεύθηκε μόνο σε αυτές και όχι στην περιοχή του ανθρώπινου σώματος.
• Μελετώντας τη Σινδόνη με Οπτικό Μικροσκόπιο, τα τυπικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της επιφάνειας των ινών του λινού καταγράφηκαν ευδιάκριτα. Σύμφωνα με την ομάδα STURP, στην περίπτωση που η Σινδόνη ήταν ζωγραφικό έργο θα ανέμενε κανείς η μορφολογία των ινών του λινού να έχει καταπονηθεί και αλλοιωθεί κατά τη διαδικασία της ζωγραφικής, δηλαδή της εναπόθεσης των χρωστικών και του συνδετικού μέσου μέσω του πινέλου.
http:// Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ


