Σταύρος Πλουμιστός: Ο άνθρωπος έγινε αντικείμενο χειρισμού, όχι θαυμασμού - Το άπειρο και ο Θεός του
Μα στην προσπάθειά τους να ελευθερωθούν από τον μύθο, οι φιλόσοφοι απλώς μετέφεραν το μυστήριο από το πεδίο της πίστης στο πεδίο της νόησης. Το άπειρο έγινε η νέα θεότητα, μόνο που τώρα φορούσε το ένδυμα της λογικής. Ο μύθος δεν εξαλείφθηκε... μεταμορφώθηκε. Εκεί όπου άλλοτε στεκόταν ο Δίας ή ο Απόλλωνας, τώρα στεκόταν μια αφηρημένη έννοια, το απροσμέτρητο, το αιώνιο, το ακατανόητο που όμως επιχειρείται να μετρηθεί. Η λογική έγινε το νέο ιερατείο, και το σύμβολο της αλήθειας πήρε τη μορφή της εξίσωσης.
Η ιστορία του ανθρώπου από εκεί κι έπειτα υπήρξε μια μακρά πορεία εξορίας από το ιερό. Η πίστη στην παντοδυναμία του νου αντικατέστησε την πίστη στη θεία παρουσία. Ο άνθρωπος, αντί να σταθεί μαθητής του μυστηρίου, θέλησε να γίνει ο δάσκαλός του. Αυτή η μετατόπιση από τη θεοκεντρική στην ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου υπήρξε η μήτρα της επιστήμης. Οι νέοι στοχαστές, από τον Καρτέσιο ως τον Νεύτωνα, οικοδόμησαν ένα σύστημα γνώσης που υποσχόταν απελευθέρωση από τα δεσμά της δεισιδαιμονίας. Ο λόγος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και η φύση, που άλλοτε λατρευόταν, έγινε αντικείμενο παρατήρησης και πειραματισμού. Ο κόσμος έπαψε να είναι δημιούργημα και έγινε μηχανή. Ο Θεός, ο Μεγάλος Δημιουργός, μετατράπηκε σιωπηλά σε απλή υπόθεση εργασίας.
Η νέα εποχή, που ονομάστηκε Επιστημονική Επανάσταση, γεννήθηκε με το όραμα της ελευθερίας, μα πολύ γρήγορα αυτό το όραμα αλλοιώθηκε. Ο άνθρωπος δεν απελευθερώθηκε από την αυθεντία, απλώς άλλαξε αφέντη. Στη θέση του Θεού τοποθέτησε την Επιστήμη. Οι ιερείς των ναών αντικαταστάθηκαν από τους ιερείς των εργαστηρίων, και το ιερό βιβλίο έγινε το εγχειρίδιο των φυσικών νόμων. Η υπόσχεση της γνώσης ήταν να φωτίσει τα σκοτάδια, αλλά ο νέος φωτισμός αποδείχθηκε εκτυφλωτικός. Ο άνθρωπος, μαγεμένος από το ίδιο του το φως, άρχισε να πιστεύει πως μπορεί να γίνει θεός.
Στην καρδιά της επιστήμης παραμόνευε η ίδια ψευδαίσθηση που είχε οδηγήσει τους πρώτους φιλοσόφους στο άπειρο, η ιδέα ότι το μυστήριο μπορεί να εξουσιαστεί. Όμως το άπειρο, όσο κι αν το χωρίζεις με μαθηματικά σύμβολα, δεν συλλαμβάνεται. Είναι σαν να προσπαθείς να φυλακίσεις τη θάλασσα σε ένα ποτήρι. Ο άνθρωπος πίστεψε πως μετρώντας τα πράγματα θα κατανοήσει το νόημά τους, πως αν αναλύσει τα πάντα στα συστατικά τους μέρη, θα βρει την αλήθεια. Κι όμως, όσο περισσότερο γνώριζε, τόσο περισσότερο απομακρυνόταν από το ουσιώδες. Ο κόσμος έγινε αντικείμενο χειρισμού, όχι θαυμασμού. Ο λόγος μετατράπηκε από μέσο κατανόησης σε εργαλείο εξουσίας.
Έτσι, η επιστήμη το καμάρι του ανθρώπινου νου, κατέληξε να υπηρετεί όχι την αλήθεια, αλλά τη δύναμη. Η γνώση, που κάποτε ήταν συνώνυμη της σοφίας, έγινε συνώνυμη της αποτελεσματικότητας. Δεν έχει σημασία αν κάτι είναι αληθινό, αρκεί να «δουλεύει». Δεν έχει σημασία αν προάγει τον άνθρωπο, αρκεί να αποφέρει αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα έγινε ο νέος θεός, και η μέθοδος η νέα λατρεία. Κάτω από αυτό το πνεύμα οικοδομήθηκε ο σύγχρονος πολιτισμός, ένας κόσμος με άπειρη πληροφορία, αλλά ελάχιστη κατανόηση.
Η τεχνολογική πρόοδος, ο καρπός αυτής της επιστημονικής τρέλας, υποσχέθηκε έναν παράδεισο χωρίς πόνο και άγνοια. Μα ο παράδεισος αυτός αποδείχθηκε εργαστήριο. Ο άνθρωπος, μέσα στις μηχανές του, βρήκε όχι την ελευθερία αλλά τη φυλακή του. Με την ίδια ευκολία που θεράπευσε ασθένειες, έμαθε να κατασκευάζει όπλα μαζικής καταστροφής. Με την ίδια λογική που ανακάλυψε τα μυστήρια του DNA, δημιούργησε τεχνητή νοημοσύνη που απειλεί να τον υποκαταστήσει. Η επιστήμη, αποκομμένη από κάθε ηθικό ή πνευματικό θεμέλιο, έγινε ουδέτερη δύναμη και η ουδετερότητα αυτή είναι το πιο επικίνδυνο προσωπείο της εξουσίας. Διότι πίσω από το «ουδέτερο» κρύβεται πάντα η βούληση κάποιου για κυριαρχία.
Ο άνθρωπος σήμερα ζει μέσα σε μια παράξενη αντίφαση. Ποτέ δεν είχε τόση γνώση, και ποτέ δεν ένιωθε τόσο χαμένος. Ποτέ δεν είχε τόση ισχύ, και ποτέ δεν αισθανόταν τόσο αδύναμος. Μπορεί να καταστρέψει τον πλανήτη με το πάτημα ενός κουμπιού, μα δεν μπορεί να απαντήσει στο γιατί ζει. Κατέκτησε το διάστημα, μα έχασε τον εσωτερικό του ουρανό. Έμαθε να εξουσιάζει τη φύση, αλλά όχι τον εαυτό του. Κι αυτή η αποξένωση δεν είναι απλώς πνευματική, είναι υπαρξιακή. Ο άνθρωπος, απομακρυνόμενος από τον Θεό, απομακρύνθηκε από το νόημα.
Η πίστη ότι ο νους μπορεί να υποκαταστήσει το θείο οδήγησε στην πιο τραγική πλάνη... στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι αυτάρκης. Μα η αυτάρκεια αυτή αποδείχθηκε άβυσσος. Όταν ο άνθρωπος αρνείται τον Θεό, δεν απελευθερώνεται, απλώς χάνει τον προσανατολισμό του. Η γνώση, χωρίς πνευματικό σκοπό, γίνεται εργαλείο χωρίς νόημα. Και η πρόοδος, χωρίς μέτρο, μετατρέπεται σε καταστροφή. Ο πολιτισμός μας, δομημένος πάνω στην ιδέα της απεριόριστης ανάπτυξης, μοιάζει με πύργο από γυαλί... λαμπερός, αλλά έτοιμος να θρυμματιστεί. Κάθε του επίτευγμα φωτίζει το σκοτάδι του. Κάθε νέα ανακάλυψη αποκαλύπτει το βάθος της άγνοιάς μας.
Το άπειρο, που άλλοτε ήταν σύμβολο θείας παρουσίας, έγινε σύμβολο ανθρώπινης αλαζονείας. Το βλέπουμε στις εξισώσεις, στα τηλεσκόπια, στους υπολογιστές, μα όχι πια στο βλέμμα του άλλου ανθρώπου. Η αληθινή εμπειρία του απείρου όμως δεν βρίσκεται στις αποστάσεις του σύμπαντος, αλλά στην εσωτερική άβυσσο της συνείδησης. Εκεί όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζει την περατότητά του και μέσα από αυτήν, νιώθει το κάλεσμα του αιώνιου. Το άπειρο δεν είναι ποσότητα, είναι ποιότητα. Δεν είναι αριθμός, είναι βίωμα. Είναι η στιγμή που το πεπερασμένο ανοίγεται στο άγνωστο και παραδέχεται ότι δεν είναι κέντρο, αλλά μέρος ενός μεγαλύτερου όλου.
Αν η επιστήμη επιδιώκει να εξηγήσει τα πάντα, η πίστη δέχεται ότι δεν εξηγούνται όλα. Και ίσως εκεί βρίσκεται η σοφία, όχι στην απόλυτη γνώση, αλλά στην ταπεινότητα της απορίας. Ο άνθρωπος χρειάζεται τη γνώση, αλλά χρειάζεται εξίσου και το μυστήριο. Χωρίς το ένα, βυθίζεται στη δεισιδαιμονία, χωρίς το άλλο, πνίγεται στον μηδενισμό. Η ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο είναι λεπτή και δύσκολη κι όμως, μόνο εκεί ανθίζει ο αληθινός λόγος. Γιατί ο λόγος που δεν συνοδεύεται από σιωπή, καταλήγει σε φλυαρία και η γνώση που δεν συνοδεύεται από ευλάβεια, γίνεται ύβρις.
Η ύβρις αυτή είναι η υπογραφή της εποχής μας. Ο άνθρωπος που νόμισε πως μπορεί να γίνει θεός, έγινε πειραματόζωο των ίδιων του των επινοήσεων. Ζει μέσα σε κόσμους εικονικούς, αναζητώντας νόημα σε δεδομένα και αλγόριθμους, ενώ η ψυχή του λιμοκτονεί. Οι μηχανές του, πιο έξυπνες από ποτέ, αντικατοπτρίζουν τη δική του απώλεια νοήματος. Κάθε καινούργια εφεύρεση του προσφέρει άνεση, μα του αφαιρεί βάθος. Κάθε νέα ευκολία τον απομακρύνει λίγο ακόμη από τον εαυτό του. Και κάπου ανάμεσα στις οθόνες και τα κυκλώματα, σβήνει η μνήμη του Θεού, εκείνη η μνήμη που κάποτε τον έκανε άνθρωπο.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε στο παρελθόν, αλλά να ανακτήσουμε την ικανότητα του θαυμασμού. Να ξαναδούμε τον κόσμο όχι ως αντικείμενο γνώσης, αλλά ως δώρο. Να θυμηθούμε πως το άπειρο δεν είναι μόνο έξω, αλλά μέσα μας. Δεν κατοικεί στα σύνορα του διαστήματος, αλλά στο βλέμμα που συναντά το βλέμμα του άλλου και αναγνωρίζει μέσα του το μυστήριο της ζωής. Εκεί αρχίζει η αληθινή σοφία... όταν ο άνθρωπος παραδέχεται ότι δεν είναι ο δημιουργός του κόσμου, αλλά πλάσμα του. Όταν συνειδητοποιεί ότι η δύναμη χωρίς αγάπη είναι καταστροφή, και ότι η γνώση χωρίς ταπείνωση είναι κενό.
Ο Θεός και το Άπειρο δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα, είναι δύο τρόποι με τους οποίους η ανθρώπινη συνείδηση αγγίζει το ανείπωτο. Ο πρώτος το βιώνει ως σχέση, ο δεύτερος ως έννοια. Ο Θεός είναι το πρόσωπο του απείρου, το άπειρο είναι η σιωπή του Θεού. Και όσο ο άνθρωπος προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν τα χρειάζεται, τόσο περισσότερο βυθίζεται στην απουσία τους. Διότι το άπειρο χωρίς Θεό γίνεται χάος, και ο Θεός χωρίς άπειρο γίνεται είδωλο.
Η εποχή μας, παρά τις κατακτήσεις της, μοιάζει να έχει χάσει το νήμα που συνδέει τη γνώση με το νόημα. Η επιστήμη χωρίς πνευματικότητα είναι τυφλή, όπως και η πίστη χωρίς λογική είναι κενή. Ο άνθρωπος χρειάζεται και τις δύο για να σταθεί ολόκληρος. Δεν αρκεί να γνωρίζει τα πώς, πρέπει να ρωτά και τα γιατί. Δεν αρκεί να εξερευνά το έξω, πρέπει να καταδύεται και στο μέσα. Μόνο έτσι μπορεί να συμφιλιώσει τον Θεό με το Άπειρο, δηλαδή, τον εαυτό του με την αλήθεια.
Ίσως λοιπόν η λύση να βρίσκεται όχι στην κατάκτηση του απείρου, αλλά στην αποδοχή του. Όχι στην απόπειρα να το εξουσιάσουμε, αλλά στο θάρρος να σταθούμε μπροστά του χωρίς φόβο και χωρίς αλαζονεία. Να το κοιτάξουμε όπως το κοίταξε ο πρώτος άνθρωπος: με δέος, με άγνοια, με καρδιά ανοιχτή. Τότε ίσως ανακαλύψουμε ξανά εκείνο που χάσαμε μέσα στους αιώνες, την ιερότητα του κόσμου, τη σημασία της ύπαρξης, την ταπεινή σοφία του να είσαι μέρος και όχι κύριος.


