Όταν η πληγή γίνεται ταυτότητα
Δεν σου προτείνω να «το αφήσεις» εύκολα, γιατί αυτό συχνά είναι μια καλυμμένη μορφή απώθησης. Το να πεις «δεν πειράζει» ενώ μέσα σου καίγεσαι δεν είναι συγχώρεση, είναι αναβολή. Η πραγματική δουλειά ξεκινά αλλού. Ξεκινά όταν σταματήσεις να ρωτάς «γιατί μου το έκανε αυτό» και αρχίσεις να ρωτάς «τι κάνω εγώ τώρα μ' αυτό που νιώθω». Η πρώτη ερώτηση σε κρατά δεμένο στο παρελθόν και σε άλλον άνθρωπο. Η δεύτερη σου επιστρέφει τη δύναμη.
Όταν έγραφα «Η Βίβλος της Θετικής Σκέψης», ένα από τα πράγματα που ήθελα να ξεκαθαρίσω είναι πως η θετική σκέψη δεν σημαίνει άρνηση της πραγματικότητας. Δεν είναι να λες «όλα είναι υπέροχα» όταν κάτι μέσα σου αιμορραγεί. Είναι κάτι πολύ πιο ώριμο καθώς είναι η επιλογή να μην αφήσεις αυτό που σου συνέβη να καθορίσει ποιος θα γίνεις. Το άδικο συνέβη σε σένα, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει εσύ.
Οι άνθρωποι που κουβαλούν χρόνια το βάρος μιας αδικίας συχνά χτίζουν γύρω της μια ολόκληρη ταυτότητα. Γίνονται «αυτός που τον πρόδωσαν», «αυτή που δεν την εκτίμησαν ποτέ». Αν η πληγή είναι αληθινή, η ταυτότητα που χτίστηκε πάνω της τους κρατά φυλακισμένους, σαν κάγκελα αόρατα που κανείς άλλος δεν βλέπει, μόνο εκείνοι τα νιώθουν στο σώμα τους κάθε φορά που κάτι μοιάζει να επαναλαμβάνει το παλιό τραύμα. Γιατί όσο είσαι το θύμα μιας ιστορίας, δεν μπορείς να γίνεις ο συγγραφέας της επόμενης... η προσοχή σου παραμένει δεμένη σε αυτόν που σε πλήγωσε, αντί να στραφεί εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται, δηλαδή στη δική σου ζωή, εδώ και τώρα.
Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να απαλλάξεις τον άλλον από την ευθύνη του. Η συγχώρεση, όπως την εννοώ, δεν αθωώνει τον άλλον, απελευθερώνει εσένα. Είναι εσωτερική πράξη, όχι συμφωνία. Μπορείς να συγχωρέσεις κάποιον που δεν θα μάθει ποτέ ότι τον συγχώρεσες, και ταυτόχρονα να κρατήσεις γερά τα όριά σου απέναντί του. Δεν είναι αντίφαση, είναι ωριμότητα.
Σου προτείνω κάτι πρακτικό. Όταν σε κατακλύζει το βάρος μιας αδικίας, μην προσπαθήσεις να το διώξεις. Κάθισε μαζί του και αναρωτήσου «τι ακριβώς πληγώθηκε μέσα μου; Η αξιοπρέπειά μου; Η εμπιστοσύνη μου; Η ανάγκη μου να με δουν δίκαια;» Συνήθως, κάτω από την οργή, κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη που δεν ικανοποιήθηκε. Κι όταν ονομάσεις αυτή την ανάγκη, το βάρος αρχίζει να μαλακώνει, γιατί επιτέλους το βλέπεις καθαρά, χωρίς το βάρος του θυμού.
Θα σου πω όταν κάθε φορά κάποιος με φέρνει αντιμέτωπο με τη δική του πληγή του λέω ότι το άδικο δεν σβήνει νοητικά. Χρειάζεται χρόνο και σεβασμό στον δικό σου ρυθμό. Μην πιέζεις τον εαυτό σου να «το ξεπεράσει» βιαστικά. Η αυθεντική επούλωση δεν είναι γραμμική. Έχει μέρες που νιώθεις ελεύθερος, κι άλλες που η παλιά πληγή ξυπνά ξαφνικά, από μια λέξη, μια μυρωδιά, μια εικόνα. Αυτό δεν σημαίνει πως απέτυχες. Σημαίνει πως είσαι άνθρωπος.
Πιστεύω βαθιά, ύστερα από τόσα χρόνια δίπλα σε ανθρώπινες ιστορίες πόνου και ανάκαμψης ότι το πιο δυνατό πράγμα που μπορείς να κάνεις απέναντι στο άδικο δεν είναι να το ξεχάσεις, ούτε να το εκδικηθείς, αλλά να το μεταμορφώσεις σε σοφία. Να το αφήσεις να σε κάνει πιο βαθύ άνθρωπο, όχι πιο σκληρό. Πιο διορατικό, όχι καχύποπτο. Αυτή η μεταμόρφωση δεν γίνεται σε μια νύχτα, αλλά γίνεται. Και κάθε φορά που τη βλέπω να συμβαίνει σε κάποιον που καθόταν απέναντί μου, θυμάμαι γιατί διάλεξα αυτόν τον δρόμο. Γιατί το άδικο, όσο κι αν πονάει, όσο κι αν σε σημάδεψε βαθιά εκείνη τη στιγμή, δεν έχει τον τελευταίο λόγο για την ψυχή σου, αλλά μόνο εσύ.


