Είχαν προβλέψει οι Αρχαίοι Έλληνες τον ερχομό του Ιησού;
Σε διάφορα κείμενα των Αρχαίων Ελλήνων βρίσκονται προφητείες που προβλέπουν τον ερχομό του Ιησού.
Τα αρχαία κείμενα που επικαλούνται τα επίμαχα άρθρα, είτε έχουν χρησιμοποιηθεί εκτός των συμφραζόμενων τους, ώστε δήθεν να αναφέρονται στον ερχομό του Ιησού, είτε αυτές οι πηγές στη πραγματικότητα αποτελούν μεταγενέστερες χριστιανικές παραχαράξεις.

Ας εξετάσουμε τα επιχειρήματά:
«Θα απογυμνωθεί απ’ όλα εκτός της δικαιοσύνης, διότι φτιάχτηκε αντίθετος στην ως τότε συμπεριφορά. Χωρίς να αδικήσει κανέναν θα δυσφημισθεί πολύ ως άδικος ώστε να βασανισθεί για την δικαιοσύνη και θα γεμίσει με δάκρυα εξαιτίας της κακοδοξίας αλλά θα μείνει αμετακίνητος μέχρι θανάτου και ενώ θα είναι δίκαιος θα θεωρείτε άδικος για όλη του τη ζωή. Έχοντας τέτοιες διαθέσεις ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, θα δεθεί, θα ανάψουν τα μάτια του και στα τελευταία του αφού πάθει κάθε κακό θα καρφωθεί πάνω σε πάσσαλο, και να ξέρεις ότι δεν είναι δίκαιο αλλά αφού έτσι το θέλει ας γίνει».
Τώρα ας βάλομε πλάι σ᾽ αυτόν, σύμφωνα με την υπόθεσή μας, τον δίκαιο, έναν άνθρωπο άκακο και ειλικρινή, που καθώς λέγει ο Αισχύλος: να είναι θέλει και όχι να φαίνεται αγαθός. Ας του αφαιρέσομε λοιπόν το να θεωρείται δίκαιος· γιατί αν περνά για τέτοιος, [361c] θα τον φορτώνουν φυσικά με τιμές και με χαρίσματα και δε θα ᾽μαστε πια βέβαιοι αν θα ᾽ναι τέτοιος για τα δώρα και τις τιμές που θα ᾽χει, ή από αγάπη της δικαιοσύνης. Ας τον απογυμνώσουμε λοιπόν απ᾽ όλα τα άλλα, εκτός από τη δικαιοσύνη κι ας τον κάμομε να είναι ολωσδιόλου το αντίθετο από κείνο τον πρώτο· έτσι, χωρίς να έχει κάμει ποτέ την παραμικρότερη αδικία, ας τον θεωρούν για το χειρότερο κακούργο, για να περάσει η αρετή του από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες, χωρίς να τον επηρεάζει η κακή ιδέα του κόσμου κι όσα προέρχονται απ᾽ αυτήν· κι ας μη παραστρατήσει από το δρόμο του ώσπου [361d] να πεθάνει, έτσι που να περνά σ᾽ όλη του τη ζωή για άδικος, ενώ αυτός ήταν ο πιο δίκαιος άνθρωπος. Έτσι λοιπόν που θα έχουμε μπρος μας τα δυο αυτά πρότυπα, της πιο τέλειας δικαιοσύνης το ένα και της πιο τέλειας αδικίας το άλλο, θα είμαστε σε θέση να κρίνομε τίνος από τους δυο η ζωή είναι πιο ευτυχισμένη.
Πω, πω, καλέ μου Γλαύκων, είπα εγώ, με πόση επιτηδειότητα και δύναμη καθαρίζεις και τους δυο, σαν να ήταν αγάλματα, από το καθετί, για να υποβληθούν στην κρίση μας! Όσο μπορώ καλύτερα, είπε· κι αφού τους πήραμε τέτοιους, καθόλου δύσκολο δεν είναι, μου φαίνεται, να εκθέσομε και [361e] τη ζωή που περιμένει τον καθένα τους. Ας αρχίσομε λοιπόν, αφού μόνο σε παρακαλέσω, Σωκράτη, αν τα λέγω κάπως πιο χοντρά, να μην το παίρνεις πως τα λέγω εγώ, αλλά εκείνοι που προτιμούν την αδικία από τη δικαιοσύνη. Και λοιπόν θα πουν αυτοί πως ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα στρεβλωθεί, [362a] θα ριχτεί στις φυλακές, θα τυφλωθεί με πυρωμένο σίδερο και τελευταία, αφού περάσει απ᾽ όλα τα βασανιστήρια, θα ανασκολοπισθεί κι έτσι θα μάθει πως δεν είναι ανάγκη να θέλει να είναι κανείς δίκαιος, αλλά να περνά για τέτοιος. Και ο στίχος επομένως του Αισχύλου θα ήταν πιο σωστό να εφαρμόζεται για τον άδικο.
σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,
μπροστά απ᾽ τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες.
[520] Γιατί αυτόν τον κλήρο τού μοίρασε ο συνετός ο Δίας.
Και μ᾽ αλυσίδες έδεσε πιεστικές τον Προμηθέα τον πολυμήχανο,
μ᾽ αφόρητα δεσμά, αφού τα πέρασε απ᾽ τη μέση ενός κίονα,
και μακροφτέρουγο σήκωσε εναντίον του αετό. Κι αυτός
του ᾽τρωγε το αθάνατο συκώτι, μα εκείνο τη νύχτα αύξαινε
από παντού το ίδιο, όσο τη μέρα ολόκληρη του ᾽τρωγε το μακροφτέρουγο πουλί.
Κι αυτόν τον αετό ο γιος της Αλκμήνης της καλοστράγαλης ο δυνατός,
ο Ηρακλής, τον σκότωσε και τούτη την κακιά αρρώστια απομάκρυνε
από το γιο του Ιαπετού κι από τις στεναχώριες του τον ελευθέρωσε,
όχι χωρίς τη θέληση του Δία που κυβερνά ψηλά,
[530] για να ᾽ναι η δόξα του Ηρακλή του Θηβογέννητου
ακόμη πιο πολλή από πριν πάνω στη γη που πλήθος τρέφει ανθρώπους.
Τέτοιος λοιπόν άλλος δεν θα βρεθεί για σας εύκολα, ω άνδρες Αθηναίοι, κι αν με πιστεύετε δεν θα με καταδικάσετε. Εσείς όμως δυσαρεστημένοι ίσως, σαν κι εκείνους που σηκώνονται νυσταγμένοι ακόμα, θα πιστεύσετε τον Άνυτο και θα με κτυπήσετε και με όλη την ευκολία ίσως θα με θανατώσετε· και ύστερα όλη σας τη ζωή θα μείνετε κοιμισμένοι, αν δεν σας λυπηθεί ο θεός και σας στείλει κανέναν άλλον.
Και ότι εγώ είμαι ο άνθρωπος που έπρεπε ο θεός να χαρίσει στην πολιτεία, θα το καταλάβετε [31b] απ᾽ αυτά που θα σας πω· γιατί δεν μου φαίνεται ανθρώπινο πράγμα να παραμελήσω εγώ τα δικά μου πράγματα και ν᾽ ανέχομαι να βλέπω τους ανθρώπους μου αμελημένους τόσον καιρό και να κοιτάζω πάντα τα δικά σας συμφέροντα και να πηγαίνω χωριστά σε καθέναν από σας, σαν πατέρας ή μεγαλύτερος αδελφός, να σας παρακινώ να επιμελείσθε την αρετή.
“Ούκ οίμαι υπό Ελλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τον Σωτήρα ημών.” δηλαδή “Δεν είναι δυνατόν, νομίζω, να προαναγγελθεί σαφέστερα από τους Έλληνες ο Σωτήρας μας.”
[2] ∆εν νοµίζω ότι είναι δυνατόν να διατυπωθεί, από Έλληνες, σαφέστερη µαρτυρία, ότι αληθινοί µάρτυρες των θείων πραγµάτων είναι ο Σωτήρας µας και εκείνοι που έχουν το χρίσµα της προφητείας -αυτοί αναγορευµένοι σε παιδιά του Θεού και ο Κύριος ως Υιός γνήσιος. Γι’ αυτό και ο Πλάτων πρόσθεσε ότι πρέπει να τους πιστεύουµε, ως ενέχοντες τον Θεό.
«Ύστερα από πολύ καιρό θα φθάσει κάποιος εις αυτήν την πολυδιηρημένην γη και θα γεννηθεί με σάρκαν αμόλυντον. Με ανεξάντλητα όρια ώς Θεότητα θα λυτρώσει τον άνθρωπον από την φθοράν των ανίατων παθών. Και θα τον φθονήσει άπιστος λαός και θα κρεμασθεί ψηλά ώς κατάδικος εις θάνατον.Όλα αυτά θα τα υποφέρει με πραότητα».
Στο ίδιο χειρόγραφο αναφέρεται μία ανατριχιαστική προφητεία για την θεανθρώπινη φύση του Χριστού, για το εκούσιον πάθος Του, αλλά και για την Ανάστασή Του: «Ένας ουράνιος με πιέζει ισχυρά, ό οποίος είναι φως τριλαμπές. Αυτός είναι ο παθών Θεός, χωρίς να πάθει τίποτε ή Θεότης Του, διότι είναι συγχρόνως θνητός και αθάνατος. Αυτός είναι συγχρόνως Θεός και άνθρωπος, που υποφέρει από τους θνητούς τά πάντα, δηλαδή τον σταυρό, την ύβριν, την ταφή. Αυτός κάποτε από τα μάτια του έχυσε δάκρυα θερμά. Αυτός πέντε χιλιάδες χόρτασε με πέντε άρτους, κάτι που ήθελε δύναμη θεϊκή. Ο Χριστός είναι ο δικός μου Θεός, ο οποίος εσταυρώθη εις το ξύλον, ο οποίος εξέπνευσεν, ο οποίος εκ του τάφου ανήλθεν εις τον ουρανόν».
Οι παραπάνω προφητείες αναφέρονται και σε άλλα χειρόγραφα πού βρίσκονται σε άλλες Μονές του Αγίου Όρους η αλλού(π.χ Μονή Σινά). Παρατίθενται ακόμη σε σύγχρονο βιβλίο, στον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Αρχιμανδρίτη Βίκτωρος Ματθαίου.
Το Ινστιτούτο Έρευνας και Ιστορίας Κειμένων του Παρισιού (IRHT) διευθύνει έναν από τους μεγαλύτερους διεθνείς καταλόγους ελληνικών εγγράφων με την ονομασία Πίνακες. Κατά τον κατάλογο, ενώ το Υπόμνημα μεταξύ άλλων βρίσκεται σε 3 Μονές του Αγίου Όρους, σε αυτές δεν συμπεριλαμβάνεται η Ιερά Μονή Δοχειαρίου, ούτε του Σινά που ισχυρίζονται τα άρθρα.
Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας του Υπομνήματος είναι ο Συμεών ο Μεταφραστής, που έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ., και συνεπώς, ακόμα και αν είχε περιγράψει κάποια προφητεία που ο ίδιος θεώρησε ότι γράφτηκε πάνω από μια χιλιετία νωρίτερα, ο ισχυρισμός ότι αυτή η προφητεία ήταν όντως τόσο παλιά, δεν θα έφερε αξιοπιστία.
Συνεχίζοντας, τα άρθρα γράφουν:
Από διάφορες πηγές έχει διασταυρωθεί πώς τις προφητείες αυτές αλλά και άλλες –είτε της Σίβυλλας είτε άλλων σοφών Ελλήνων- χρησιμοποίησε η Αγία Αικατερίνη. Συγκεκριμένα, το 305 η Αγία Αικατερίνη η Αλεξανδρινή έλεγχε τον αυτοκράτορα Μαξιμίνο για την ειδωλολατρική του πολιτική.
Ό τελευταίος συγκέντρωσε τότε τους σοφότερους ειδωλολάτρες της αυτοκρατορίας για να την μεταπείσουν και να την κάνουν παγανίστρια. Στο διάλογο που ακολούθησε, αυτή η πάνσοφη και σπουδαγμένη στην Ελληνική παιδεία γυναίκα στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός Θεός ανέφερε – μεταξύ άλλων – και τις προφητείες της Σίβυλλας. Και για να προληφθεί η κάθε απερίσκεπτη “σκέψη”, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έπλασε αυτές τις προφητείες η ίδια η Αγία για τους εξής βασικότατους λόγους:
Δεν θα μπορούσε να πει ένα τόσο μεγάλο ψέμα σχετικά με την ιέρεια του Απόλλωνα μπροστά στους σοφότερους εκπροσώπους της αρχαίας θρησκείας, διότι αμέσως όλοι θα διαπίστωναν το ψέμα της. Όμως, όχι μόνο δεν την κατηγόρησε κανείς για αναλήθειες, αλλά αντιθέτως οι σοφοί ειδωλολάτρες παραδέχτηκαν την λεκτική τους ήττα και όλοι αμέσως ασπάστηκαν με τη θέληση τους τον Χριστιανισμό με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να τους θανατώσει. Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να αμφισβητήσει την αδιάσειστη αλήθεια ότι τα προφητικά αυτά λόγια βγήκαν από το στόμα της Σίβυλλας.
Ωστόσο, όχι απλά η ιστορικότητα του διαλόγου αλλά ακόμα και της ύπαρξης της Αγίας αμφισβητούνται έντονα. Σχετικά, η Dr Christine Walsh παρουσιάζει την πιο σύγχρονη ακαδημαϊκή έρευνα στη ζωή και λατρεία της Αγίας Αικατερίνης, πρώτα στη διδακτορική διατριβή της και έπειτα σε σχετικό βιβλίο της.
Στη διατριβή της (σελ. 50) εξηγεί ότι οι 4 παλιότερες βιογραφικές πηγές που έχουμε για την Αγία αναφέρουν διαφορετικές ημερομηνίες για την διεξαγωγή σημαντικών σημείων της ιστορίας της, ενώ όλες παρουσιάζουν εσωτερικά χρονικά σφάλματα (οι μέρες που η Αγία θεωρείται ότι πέρασε στη φυλακή δεν ταιριάζουν με την ημερομηνία μιας μετέπειτα εκτέλεσης). Σημειώνει επίσης (σελ. 56) ότι οι πολυάριθμες ομοιότητες της Αγίας με την φιλόσοφο Υπατία (Αλεξανδρινή καταγωγή, ομορφιά, πολυμάθεια, ήθος, άγρια δολοφονία), έχουν οδηγήσει αρκετούς μελετητές στο συμπέρασμα ότι η εξιστόρηση της πρώτης έλαβε τουλάχιστον έμπνευση απ’ αυτή της δεύτερης.
Πιο χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει καμιά έστω και προσεγγιστικά σύγχρονη απόδειξη της ζωής και λατρείας της Αγίας (σελ. 75): παρότι υποτίθεται ότι μαρτύρησε το 305 μ.Χ., η πρώτη αναφορά στην Αγία βρίσκεται σε μια λιτανεία του 7ου αιώνα, ενώ τα λείψανα που αποδίδονται σε αυτήν και φυλάσσονται στη Μονή Σινά (όπου υποτίθεται ότι θάφτηκε από άγγελο), σίγουρα βρέθηκαν μετά το 800 μ.Χ., και η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από τρίτο παρατηρητή πριν το 1217 μ.Χ.
Συνολικά, μια φράση που υποτίθεται ότι είπε ένα πρόσωπο που αμφισβητείται ότι υπήρξε, με τη νωρίτερη καταγραφή αυτής της φράσης να βρίσκεται 6 αιώνες αργότερα, στερεί κάθε ιστορική αξιοπιστία από αυτή τη φράση.
Άρθρα όπως του antexeistinalitheia.gr αναφέρουν αρκετά ακόμη παραδείγματα «Απολλώνιων» ή «Σιβυλλικών προφητειών» του ερχομού του Ιησού, και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιούν χειρόγραφα του 14ου με 17ου αιώνα μ.Χ., τα οποία, όπως εξηγήσαμε, δεν φέρουν αξιοπιστία. Κάποιες όμως τέτοιες προφητείες έχουν καταγραφεί και κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ., οπότε ας δούμε τι ισχύει σχετικά.
Ο διεθνώς αναγνωρισμένος ακαδημαϊκός Bart Ehrman [βιβλιογραφία | ευρύτερα] αναλύει διεξοδικά το ζήτημα της παραχάραξης αρχαίων πηγών για σκοπούς χριστιανικών αντιπαραθέσεων στο βιβλίο του Forgery and Counter-forgery: The Use of Literary Deceit in Early Christian Polemics.
Στο παράρτημα για τις «Σιβυλλικές προφητείες» [Brittanica | Wikipedia], ο Dr Ehrman εν συντομία περιγράφει τα εξής: η Σίβυλλα θεωρούνταν ότι ήταν αρχαία Ελληνίδα προφήτισσα εκπληκτικής μακροζωίας, που βρισκόταν σε άμεση επικοινωνία με τους θεούς. Όσο οι αντίστοιχες προφητείες διαδίδονταν, τόσο προέκυπταν και ιστορίες για Σίβυλλες που ζούσαν σε διαφορετικές τοποθεσίες.
Κατά τους ρωμαϊκούς καιρούς, η γνωστότερη συλλογή Σιβυλλικών προφητειών είχε αποθηκευτεί στο Καπιτώλιο της Ρώμης, αλλά το 83 π.Χ. η συλλογή καταστράφηκε κατά τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο του Σύλλα. Το 76 π.Χ. ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια συγκέντρωσης όσων προφητειών είχαν διασωθεί από άλλες περιοχές, αλλά οι περισσότερες είχαν χαθεί. Το 12 π.Χ. ο Αύγουστος διέταξε την καταστροφή των ανώνυμων ή θεωρούμενων ως αναξιόπιστων προφητειών, ενώ το 19 μ.Χ., αφορμώμενος από μια προφητεία που προέβλεπε την καταστροφή της Ρώμης, ο Τιβέριος διέταξε την καταστροφή όσων σιβυλλικών βιβλίων κατέκρινε.
Τελικά, όλα τα αρχικά βιβλία χάθηκαν ή καταστράφηκαν, και σήμερα έχουν διασωθεί μόνο εβραϊκές και χριστιανικές παραλλαγές παραχαρακτών, που υποτίθεται ότι γράφουν στο όνομα πολύ αρχαιότερων ονομαστών προφητισσών, σε μια προσπάθεια να προωθήσουν τα συμφέροντα της θρησκείας τους. Χαρακτηριστικά, σε διαφορετικά σημεία των βιβλίων, είτε προωθούνται εβραϊκές ιδέες με πολεμική κατά των χριστιανικών, είτε το ακριβώς ανάποδο. Σε αυτά τα πλαίσια γράφτηκαν και υποτιθέμενες «προφητείες» του ερχομού του Ιησού.
Τα παραπάνω συνιστούν την ομοφωνία των ειδικών, όπως επιβεβαιώνεται και από άλλα ακαδημαϊκά βιβλία ειδικά εστιασμένα στη θεματική των Σίβυλλων.
Συνολικά, είτε οι αρχαίες πηγές που επικαλούνται τα επίμαχα άρθρα έχουν χρησιμοποιηθεί εκτός των συμφραζόμενων τους ώστε δήθεν να αναφέρονται στον ερχομό του Ιησού, είτε αυτές οι πηγές στη πραγματικότητα αποτελούν μεταγενέστερες χριστιανικές παραχαράξεις. Ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν προβλέψει τον ερχομό του Ιησού καταρρίπτεται.


